Our Dictionary



αβαείο

αβέβαιος -η -αία -ο

αβεβαιότητα

Αβέρωφ

Αβραάμ

αγαθό

άγαλμα

αγάπανθος

αγάπη

αγαπημένα

αγαπημένος

αγαπημένος -η -ο

αγαπητικός

Αγάπιος

αγαπούλα

αγαπώ

αγγελία

αγγλική

αγία

αγιασμός

άγιος

αγκάθι

αγκαθιά

αγκαινίαστος

αγκαλιά

αγορά

αγόρι

αγράμματος

αγριαίνω

αγριελιά

αγρίεμα

αγριεμένος -η -ο

αγριεύω

αγωνιστικά

αδελφή

αδελφός -ή -ό

αδερφός

αειθαλή

αεροβόλο

αερόπλανο

αερόσακος

αεροσυμπιεστής

αετός

Αθηνά

αίνος

ακολουθώ

ακόμα

ακόμη

ακριβής -ής -ές

ακριβοζυγισμένος -η -ο

αλάνα

αλεξίπτωτο

αλλά

αλφάβητο

άμμος

άμοιρο

αμπάς

αμπελιά

Αμπελόκηποι

αμπελουργικά

αμφιβολία

αν και

αν μη

αναγάπητος

αναγάπιστος -η -ο

αναζήτηση

ανάκληση

ανάπηρος

αναπληρωτής

αναχώρηση

ανδαμώνω

άνδρας

Άνδρος

ανέμη

ανεμομάζεμα

ανεμομάζωμα

ανεμομαχία

ανεμώνη

ανηφόρα

ανηφόρι

ανηφορικά

ανηφορικό

ανηφόρισμα

ανήφορο

ανήφορος

ανθούλα

ανθρωπο-

άνθρωπος

ανιμώμαι

ανιψιά

ανιψιός

ανοηταίνω

ανόητο

ανοητολογία

ανόητος

ανόητος -η -ο

ανοητούλης

ανοήτως

ανοιξαντάρια

ανοιχτά

ανοιχτο-

ανοιχτός

ανοιχτός -ή -ό

ανταποδίδω

ανταπόκριση

άντε

αντί

αντίθεση

αντίθετο

αντικείμενο

αντιμετώπιση

αντίο

αντίσταση

αντίστοιχα

αντίστοιχο

άντρας

Αντώνης

ανυπομονώ

ανωτέρω

αξίνα

αξινάρης

αξινάρι

αξιναριά

αξίνη

αξίνι

αξίνιστος -η -ο

αξιοθέατο

αξιολόγηση

αξιόλογο

απαίσιο

απαισιόδοξα

απάντηση

απαρτιζόμενος -η -ο

απαρτίζω

απάτητα

άπειρο

απελπισμένος -η -ο

απήτις

από

από πάντα

απόγευμα

αποδοχές

αποθήκη

απομνηματογράφος

απομνημόνευμα

απομνημονευματικός -ή -ό

απομνημονευματογραφία

απομνημονευμένος -η -ο

απομνημόνευση

απομνημονευτικός -ή -ό

αποποίηση

απόστολος

αποτάζω

αποτελείωμα

αποτέλεσμα

απόφαση

απόφοιτος -η -ο

απόψε

απρόσκοπτος

άραγε

άραγες

αράπης

αράπικο

αργά

άργησις

αργώ

αρθριτικός

αρθριτικός -ή -ό

Αρκάς

αρκεί

αρκετά

αρκετός

αρκούδα

αρνί

αρχείο

αρχή

αρχικά

ασκητής

ασκώ

αστέρι

αστός

άστοχα

άσχημα

άσχημο

ασχολίζω

ατύχημα

αυθάδεια

αύριο

αύριον

αυτί

αυτοκίνητο

αυτοκινητοβιομηχανία

αυτοκινητοβιομήχανος

αυτοκινητοδρόμιο

αυτοκίνητος -η -ο

αυτοματικά

αυτόπτης

αυτός

αφής

αφησμός

αφορμή

αφρόνως

Αχαρνές

αχυροσκεπή

αχυρώνας

βάζω

βαθμολογία

βάλλω

βαλοτρύπα

βάπτισμα

βαρύς -ιά -ύ

βάση

βασιλιάς

βασίλισσα

βαστάρω

βγάζω

βγαίνω

βγάνω

βγατίζω

βγίος

βδέλλα

βδομάδα

βέβαια

βεβαιότητα

βεβαίως

βεβαίωση

βέλο

βελτίωση

βελτιώσιμος -η -ο

βελτιωτικός -ή -ό

βενζίνη

βέρα

βιαστικά

βιαστικός

βλάκας

βλαμμένος -η -ο

βλέπω

βοήθεια

βολά

βουζούνα

βουλή

βράδυ

βρε

βρίσκομαι

βρίσκω

βροτοσώστης

γαλάζιος

γαλακτοκομία

γαλακτομπούρεκο

γαλήνη

γάμα

γάμμα

γάμος

γαμώ

γαμώτο

γαρ

γαρίδα

γαριφαλιά

γαρνιτούρα

γάρος

γεγονός

γεναίκα

γενικός

γεύσις

γήπεδο

για

για να

γιαούρτι

γιατί

γιατό

γκάζι

γκαζιά

γλάστρα

γλυκο-

γλυτώνω

γλυφάδα

γλύφανο

γλυφή

γλυφίδα

γλυφίζω

γλυφός

γλυφός -ή -ό

γλυφότητα

γλώσσα

γονατίζω

γονατιστός

γονατιστός -ή -ό

γουρουνόπουλο

γουστάρω

γραιά

γραμματική

γυαλί

γυναίκα

γυναικάριον

γυρισμός

δαμάσκηνο

δαμασκηνός -ή -ό

δανείζω

δεδικασμένο

δεδομένος -η -ο

δείξος

δεις

δείχνω

δεκάρα

δελτίο

δεν

δέντρο

δεξαμενόπλοιο

δέσποινα

δεσποινάτος

δεσποινάχατ

δημόσιος

διαβάζω

διαβάθμιση

διαδικασία

διαλογούμαι

διάλος

διαμαρτυρία

διαμονή

διαμόρφωση

διανυκτού

διάολος

διαπλάθω

διατηρώ

διατροφή

διαχείριση

διβάνι

διβάρι

διβουλία

δίβουλος -η -ο

διεκδικώ

διεύθυνση

δικαστήριο

δικαστήριον

δίκτυο

δίλεπτο

δίλημμα

διλημματικός -ή -ό

διλικάτος

δίλογος

διλοχία

διοίκηση

διοργάνωση

διχοστασία

δίχως

διχωστάς

διώκτης

διωκτικός

διωκτικός -ή -ό

διώκτρα

δοκιμάζω

δόξα

δοξάζω

δοξαριά

δοξασμός

δοσάς

δουλεία

δούλος

δρομέας

δρομή

δρομικός

δρομικός -ή -ό

δρομολογώ

δώδεκα

δωδεκα-

δωδεκάδα

Δωδεκαήμερο

εγκυκλοπαίδεια

εγνώρ‑

έγχρωμος -η -ο

εγώ

εδώ

εθιμικός -ή -ό

είμαι

είμαι·

ειμαρμένη

είναι

είσπραξη

εκατομμύριο

εκδίδω

εκδίδωμι

εκκίνηση

εκμετάλλευση

εκπρόσωπος

έλασμα

έλεος

Ελλαδώνυμοι

ελληνικός -ή -ό

ελπίζω

εναρμόνιση

ενδιαφέρον

ενεχυρίαση

ενέχυρο

ενθουσιασμός

ενθουσιαστικός -ή -ό

ενοικιάζω

ενοικίαση

ενοικιαστήριο

ενοχλώ

εντάξει

ένταξη

εντατικός -ή -ό

εντολή

εντός

εντύνω

εξαναπουλώ

εξασκώ

εξέδρα

εξετελειώνω

εξήγηση

εξήγησις

εξοικονόμηση

εξυπηρέτηση

εξυπηρετικός -ή -ό

εξυπηρετώ

έξυπνος

εορτή

επανάγωγο

επείγων -ουσα -ον

επέκταση

επενδύω

επηρεάζω

επιβεβαίωση

επιβιβάζω

επιβίβαση

επιβιώνω

επίδραση

επίλυση

επισκεπάζω

επισκεπτήριο

επισκέπτης

επισκέπτομαι

επισκευάζω

επισκευαστικός -ή -ό

επισκευή

επίσκεψη

επίσκεψις

επίσκοπος

επιστρέφω

επιστροφή

επισυνάπτω

επιτρέπω

επιτυχία

επιφυλάσσω

επιχείρηση

επόμενος -η -ο

επομένως

εργασία

έρευνα

ερημία

έρχομαι

έρωτας

ερώτηση

έσσω

εστιμιάζω

εσύ

έτσι

ευαρεστούμαι

ευάριθμος -η -ο

ευδαιμονισμός

ευκαριστ‑

ευρετήριο

ευφρόσυνος

ευχαριστία

ευχάριστος

ευχάριστος -η -ο

ευχαριστώ

ευχαριστώ·

εύψυχα

εφάπαξ

έχει

εχεμύθεια

έχω

έχων -ουσα -ον

ζάντα

ζευγάρι

ζήτηση

ζωντοχήρος

ζώο

ζωολόγος

ήδη

ηλικία

ηλιοθεραπεία

ησκιό

ήσυχος

θάλασσα

θάνατος

θείωση

θέλησις

θέλω

θεολογία

Θεός

θερμίδα

θερμικός -ή -ό

θέση

θηλασμός

θρησκεία

θυμάμαι

θυμούμαι

θυμώνω

θωράκιο

ινκόγνιτο

ιππικός

ιπποδύναμη

ιππότης

ίσκιος

ίσκιωμα

ισοπεδώνω

ίσος

ίσος -η -ο

ισοσταθμίζω

ίσως

ιχνηλασία

κάβα

καθαρισμός

καθαρο-

κάθε

και

καινουριο-

καιρός

καΐσι

κάλα

καλαμιά

κάλαμος

καλημέρα

καλημερίζω

καλημέρισμα

καλημερούδια

καληνύχτα

καληνυχτίζω

καληνυχτούδια

καλησπέρα

καλησπερίζω

καλησπερούδια

καληώρα

καλλιέργεια

καλλιστεία

καλλιτέχνης

καλλιτεχνικός -ή -ό

καλλυντικός -ή -ό

καλοκαίρι

καλσόν

κάλυμμα

καλύτερος -η -ο

κάλυψη

καμάκι

καμπαρντίνα

κανείς

κανένας κανείς καμία καμιά κανένα

κανονιά

καντήλι

καντηλίτσα

κάπα

κάποτε

κάπως

κάρα

καραγιαπί

καράγιος

καρδιά

καρδιαγγειακός -ή -ό

καρδιακά

καρδιακός

καρδιακώς

καρδιαλγία

καρικατούρα

καρπο-

καρπός

καρπουζιά

καρποφορά

καρπώ

κάρτα

κασμάς

κάτα

κατα-

καταντήνω

κατάφαση

καταφερτζής

καταφέρω

καταφύγιο

κάτι

κατοικία

κατοχύρωση

κε

κέικ

κέραμος

κεραμοσκεπή

κεραμοσκεπής -ής -ές

κεραυνός

κερδίζω

κηπουρός

κιθάρα

κιλό

κιμάς

κινητός

κλαημένος

κλαίω

κλέπτω

κοίμηση

κοιμήσικος -η -ο

κοίμησις

κοίμισμα

κοιμιστικός -ή -ό

κόκα κόλα

κολάν

κολιέ

κόλο

κολύμβηση

κόντα

κόριζα

κορίτσι

κόρυζα

κορυζιάρης

κορφή

κοσμοκράτωρ

κόστα

κότα

κουκουβάγια

κουμπί

κρατώ

κρεβάτι

κριθάρι

κρίμα

κρίση

κρισιά

κρισιμένος

κρίσις

κριτική

κρύωμα

κρυώνω

κύκλος

κύρια

κυριακός

κωλο-

κωλομέρι

κωλόπαιδο

κώλος

κωλοτρυπίδα

κωλοφαρδία

κωλόφαρδος -η -ο

κωλόχαρτο

λάθος

λαμπρότητα

λαπάς

Λαρισαίος

λεβέντης

λειτουργία

λέξη

λεξιλόγιο

λεπτά

λήμμα

λησμονημός

λησμονιά

λησμονιάρης

λησμονώ

λίγο

λίγωμα

λιγωμάρα

λιμάνι

λίρα

λογιστής

λόγος

λόγω

λοίμωξη

λουλούδι

λυγίζω

λύπη

λύρα

μαγαζί

μαγειρεύω

μάγκας

μαθαίνω

μάθημα

μαθηματικά

μάθηση

μαθητής

μαθώς

μαινάς

μαίνομαι

μακάρι

μακάριος

μακριά

μαλαγάνας

μαλάκα

μαλάκας

μαλακία

μαλακός

μάλαμα

μαλαχτός

μάλιστα

μάλλον

μανούρι

Μας

ματιά

ματιάζω

μαυρο-

μαχαίρι

μάχη

με

μεγα-

μεγαλο-

μεθέλκω

μέλι

μένος

μενού

μενουέτο

μένω

μέρα

μεράκι

μερακλής

μερακλώνω

μεραρχία

μεσογειακός -ή -ό

μεταβάλλω

μεταξωτός -ή -ό

μετατοπίζω

μετατροπή

μετάφραση

μέτρο

μεχάνι

μέχρι

μήνα

μήτηρ

μηχανή

μιλώ

μιμούμαι

μίνα

μνημόνιο

μόδα

μοίρα

μοιράζω

μοιραστής

μοιχαλίς

μοιχεία

μόλις

μολών λαβέ

μονάκριβος

μονάκριβος -η -ο

μόνο

μου

μουκανίζω

μουλιάζω

μούνε

μουνί

μουνόπανο

μούντζα

μουντζούρα

μουντζουρώνω

μούντος

μουριά

μουσική

μούτρα

μπακαλοτέφτερο

μπαράζ

μπαστούνι

μπαστουνιά

μπόρεση

μπόρεσις

μπορώ

μπουζούκι

μπουκάλι

μπουκέτο

μπουκιά

μπουκλέ

μπούκωμα

μπουκωμένα

μυκώμαι

μωρό

να

ναι

ναός

ναρκοπέδιο

νέα

νεράτζ‑

νερό

νερο-

νερολούλουδο

νεροχελώνα

νησί

νιπτήρας

νομοθεσία

νόμος

νοοτροπία

νοσοκομείο

νοσοκόμος

νουμηνία

νούμιον

νούμισμα

νουμμίον

ντομάτα

ντουλάπα

ντύνω

νύχτα

ξένιος

ξένος -η -ο

ξέρω

ξέρω·

ξεστολίζω

ξεστόλισμα

ξεστομάτου

ξεστομίζω

ξετελειώνω

ξεχωρίζω

ξυλεία

ξύλο

οδός

οικιακός

οικιακός -ή -ό

οικογένεια

οικοδόμος

οικονομικός -ή -ό

ολά

ολοκληρωμένος -η -ο

ολοκληρώνω

Ολύμπια

ολυμπιάδα

ολυμπιακός -ή -ό

ολυμπιονίκης

ολύμπιος -α -ο

ολυμπισμός

ομάδα

ομαλός

ομιλών

ομόλογο

ομόνοια

ομορφιά

ομόσημος -η -ο

ομοσμένα

ομοσπονδία

ομοσπονδιακός -ή -ό

ομόσπονδος -η -ο

όμως

όνειρο

όρεξη

ορισμός

ορίστε

όσπριο

όστρακο

ούζο

ουλάκης

Ουρανός

όχι

πάγκος

παγώνι

παιγνίδι

παιγνίδιον

παιδεία

παίδευση

παιδιά

παιδιακίσιος -α -ο

παίζω

παίρνω

παις

παιχνίδι

παλαιο-

πάλι

Παναγία

πανεπιστήμιο

πανέρι

πανί

πανό

πάντα

παντέλεια

παντέλειος

παντελής

παντελής -ής -ές

παντελόνι

παντελονιά

παντελώς

παντο-

παντού

πάντως

παπί

πάπια

πάπλωμα

παπλωματάδικο

παπούτσα

παπουτσάδικο

παπουτσής

παπούτσι

παππούς

παπυρολογία

παπυρολόγος

πάπυρος

πάρα

παράδοση

παρακαλώ

παραλία

παραμεθόριος -α -ος -ο

παραμελώ

παραμένω

παραμυθητικός -ή -ό

παραμύθι

παραμυθία

παράξενος -η -ο

παραπολιτικός -ή -ό

Παρασκευή

παράτολμος -η -ο

πατάκι

πατέ

πατέρας

πατήρ

πατούσα

παχυ-

παχυδερμισμός

παχύσαρκος -η -ο

παχύτητα

πεδιάδα

πεδίο

πείνα

πεινώ

πεισματώνω

πεισμώνω

πειστικός -ή -ό

πελάτης

Πέμπτη

πένθος

πέρα

πέραν

πέρασμα

περί

περι-

περιβάλλον

περιγιάλι

περιγραφή

περιμένω

περιοδικό

περιοχή

περίπου

περίπτωση

περισσότερο

πέτρα

πετυχαίνω

πετυχημένος -η -ο

πηγάδι

πηγάζω

πηγαινοέρχομαι

πηγαίνω

πηγαίος -α -ο

πια

πιάτο

πίνω

πίπα

πίστωση

πλανήτης

πλοίο

πόθος

ποιητάρης

ποιητής

ποιητική

ποιητικός

ποιητικότητα

ποιητός -ή -ό

ποικιλία

ποιος -α -ο

πολέμαρχος

πολιτική

πολιτισμός

πολλά

πορνεία

πόρνος

πορτοφόλι

ποσότητα

ποτήρι

πού

πουθενά

πουκάμισο

πούλι

πούστης

πουτάνα

πουταναριό

πουτανιά

πουτανιάρης

πουτσαράς

πουτσίζω

πούτσος

πράγμα

πρεζάκιας

πρέπει

προηγούμαι

προϊόν

προκαταβολή

προκάτοχος

προλαβαίνω

προμήθεια

προμηθευτής

πρόξενος

προσδοκία

προσευχή

προσέχω

πρόσκληση

προσλαλιά

προσλαμβάνω

προσπαθώ

προχωρώ

πρωτο-

Πρωτοχρονιά

πρωτοχρονιάτικος -η -ο

πως

ράψιμο

ρίνα

ρινικός -ή -ό

ρινο-

ρόκα

ρομανικός -ή -ό

ρουμανικός -ή -ό

ρουφώ

Σάββατο

Σαββατοκύριακο

σαγανάκι

σαγάνι

σανατόριο

σαντιγί

σάντουιτς

σάπιος -α -ο

σβήνω

σε

σειρά

σελήνη

σελίδα

σελίνι

σέλινο

σέντερ φορ

σερίφης

σημείο

σήμερα

σιγαρέτο

σιγματικός -ή -ό

σιδερώστρα

σιμιγδάλι

σκάβω

σκασμός

σκέψη

σκηνή

σκηνοθεσία

σκιά

σκιαγραφία

σκιάζω

σκιάξιμο

σκίαση

σκιάχτρο

σκίνος

σκίρτημα

σκιρτώ

σκίτσο

σκληρός -ή -ό

σκούρος -α -η -ο

σκουρόχρωμος -η -ο

Σκύλλα

σμίξιμο

σμιχτός -ή -ό

σμιχτοφρύδης

σοβεί

Σόδομα

σοκάκι

σοκολάτα

σου

σου μου του

σούπα

σοφία

σπέρνω

σπήλαιο

σπίτι

σπιτικός -ή -ιά -ό

σπιτίσιος -α -ο

στάγμα

στειλεός

στέκι

στέλεχος

στήνω

στοιχείο

στοίχειωμα

στοιχειώνω

στρατηλάτης

συγκίνηση

συγκινησία

συγκλονίζω

σύγκριση

συγχαρητήριος -α -ο

συμβαίνει

συμβάν

σύμβαση

συμβολή

σύμβολο

συμβουλή

συμβούλιο

σύμβουλος

συμμερίζομαι

συμμετέχω

συμπλήρωση

συμφωνία

σύμφωνο

συναλλαγή

συναλλαγματοφόρος -ος -α -ο

συναλλάσσομαι

σύνδεση

συνέλευση

σύνθεση

συντονίζω

συντονιστής

συσκευή

σφαίρα

σφεντόνα

σφίγγα

σφιγκτήρας

σφίξιμο

σχεδία

σχέδιο

σχόλιο

σώμα

σωτηρία

ταγάρι

ταιριάζω

τακτοποιώ

τάξη

ταξί

ταξίδι

ταξίμι

ταυτοπροσωπία

τείχισμα

τελειώνω

τελευταίος -α -ο

τηλε-

τιμολόγιο

τίποτε

τιποτένιος -α -ο

τόκος

τονίζω

τονικός

τόνος

τραγανός -ή -ό

τράπεζα

τραπέζι

τρελο-

τρελοκομείο

τριάντα

τριανταφυλλιά

τριαντάφυλλος -η -ο

τρομάζω

τρομοκρατία

τροπάρι

τροπή

τροποποίηση

τρόπος

τρούφα

τροφή

τρόφιμο

τσιπούρα

τσίπουρο

τσουρέκι

τυπογραφικός -ή -ό

τυχόν

τώρα

υλακή

υλικό

υπεροχή

υπνοδωμάτιο

υπολογιστής

υποστηρίζω

υποστήριξη

ύστερα

υψώνω

φαγητό

φαΐ

φανάρι

Φανερωμένη

φαντασία

φάντασμα

φανταστικός -ή -ό

φαξ

φετίχ

φεύγω

φιλήσυχος -η -ο

φίλιος -α -ο

φιλισταϊκός -ή -ό

φιλισταίος

φιλισταϊσμός

φιλο-

φιλοξενία

φίλος

φίλος -η -ο

φιλοσοφημένος -η -ο

φιλοσοφία

φιλοσοφικός -ή -ό

φιλόσοφος

φιλοσοφώ

φιλόστοργος -η -ο

φιλότιμο

φοβάμαι

φορά

φορολογία

φοροτεχνικός

φραουλιά

φταίω

φτιάξιμο

φτιάχνω

φτυάρι

φτυαριά

φτυαρίζω

φτυάρισμα

φτύνω

φυγο-

φύλακας

φυλακή

φύλαξη

φυλάσσω

φύλλο

φυτό

φυτρώνω

φωνάζω

φωνή

χαιρετισμός

χαίρομαι

χαίρω

χαμός

χάνω

χαρά

χάρις

χειροποίητος -η -ο

χελιδόνι

χελιδόνισμα

χέρι

χερουβικός -ή -ό

χημεία

χοιράδες

χορός

χορταριάζω

χοχλακίζω

χρειάζομαι

χρέωση

χρήμα

χρηματοκιβώτιο

χρησιμοποιώ

χριστουγεννιάτικος -η -ο

χρονιά

χρόνος

χταπόδι

χτίζω

χυλός

χώρα

χωρατεύω

χωρατό

χωρίς

ψάρι

ψάχνω

ψαχουλεύω

ψευδής -ής -ές

ψευδο-

ψεύδος

ψευδός -ή -ό

ψηλά

ψύξη

ψυχή

ψυχρός -ή -ό

ψωμί

ωμοπλάτη

ώμος

ωμός -ή -ό

ωραιο-

ωραίος -α -ο

Index
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15