Our Dictionary



αβαείο

αβγάνω

αβέβαιος -η -αία -ο

αβεβαιότητα

Αβέρωφ

Αβραάμ

αβροφροσύνη

αγαθά

αγαθό

αγαθόν

Αγάθωνας

άγαλμα

άγαμος

αγανάκτηση

αγανακτισμένος -η -ο

αγάπανθος

αγάπη

αγαπημένα

αγαπημένος

αγαπημένος -η -ο

αγαπησιάρης -α -ικο

αγαπητικός

αγαπητός

Αγάπιος

αγαπούλα

αγαπώ

αγαπώς

αγγειοπλάστης

αγγειοπλαστική

αγγειοπλαστικός -ή -ό

αγγελία

άγγελος

Αγγλία

αγγλική

άγγονας

αγελάδα

αγία

αγιασμός

άγιος

αγκάθι

αγκαθιά

αγκαθωτός -ή -ό

αγκαινίαστος

αγκαλιά

αγκωνάρι

αγκώνας

άγναφος -η -ο

αγνοημένος -η -ο

αγνόηση

άγνοια

αγνός -ή -ό

αγορά

αγοράζω

αγόρι

αγορίνα

αγράμματος

αγριαίνω

αγριελιά

αγρίεμα

αγριεμένος -η -ο

αγριεύω

αγχίνοια

αγχίνους -ους

αγχίνους -ους -ουν

άγχος

αγώνας

αγωνιστικά

άδεια

αδελφή

αδέλφιν

αδελφός -ή -ό

αδελφοσύνη

αδερφός

αδιάφορος -η -ο

άδικος -η -ο

αδίκως

αδούλωτος

αειθαλή

αεροβόλο

αεροδρόμιο

αερόπλανο

αερόσακος

αεροσυμπιεστής

αετός

αηδία

αηδιάζω

αηδιασμένος -η -ο

Αθηνά

αθώος -α -ο

Αιγαίο

Αιγόκερως

αιγύπτιος -α -ο

Αίγυπτος

αιδώς

αίθουσα

αιματάκι

αιματηρά

αιματηρός -ή -ά -ό

αιματοκρίτης

αιματοκύλισμα

αιματολογία

αιματουρία

αιματοχυσία

αιμάτωμα

αιμάτωση

Αινείας

αίνεσις

αίνιγμα

αίνος

αινώ

αισθάνομαι

αισχύνομαι

αιχμαλωτίζω

αιχμή

αιχμηρός -ή -ά -ό

άκακος -η -ο

ακαταστασία

ακολουθώ

ακόμα

ακόμη

ακούμπα

ακριβά

ακριβής -ής -ές

ακριβοζυγισμένος -η -ο

ακριβοπληρωμένος -η -ο

ακριβοπληρώνω

ακριβοπλήρωτος -η -ο

ακριβός

ακριβός -ή -ό

ακριβώς

άκρο

ακτινο-

ακτινοβόληση

ακτινοβολία

ακτινογραφία

ακτινοδιαγνωστική

ακτινοθεραπευτής

ακτινολόγος

αλαζονεία

αλάνα

αλάτι

αλεξίπτωτο

αλήθεια

αλλά

αλλαγή

αλλάζω

αλλαξο-

άλλες

άλλη

αλλιώς

αλλό

αλλο-

άλλος

αλλοσούσουμος -η -ο

αλλού

άλλωστε

αλοτροπισμός

αλυτρωτισμός

αλφάβητο

αμάν

αμανάτι

αμανατιάζω

αμανατιτζής

αμανεδάκι

αμανεδισμός

αμάξωμα

αμαρτία

αμβλώνω

άμβλωση

άμεμπτος

αμέσως

αμήχανος -η -ο

άμμο

αμμο-

άμμος

αμμουδάρα

αμμόχωστος -η -ο

αμνός

αμοιβάδα

αμοιβαία

αμοιβή

άμοιρο

αμόλυντος

αμορτισέρ

αμόρφωτος

αμπάς

αμπέλι

αμπελιά

Αμπελόκηποι

αμπελουργικά

άμυαλος

αμφιβολία

αμφότεροι

αμφότεροι -ες -α

αμωλώπιστος -η -ο

άμωμος

άμωμος -η -ο

αμώνω

αμωρία

άμωρος

αν και

αν μη

αναβάθμιση

αναγάπητος

αναγάπιστος -η -ο

αναγέννηση

αναγκάζω

αναγκαίο

αναγκαστικά

αναγκαστικός -ή -ό

αναγκαστικώς

ανάγκη

ανάγνωση

ανάγνωσις

αναγνωστήριο

αναγνωστικό

αναγνωστικότητα

αναγραφέας

αναγραφεύς

αναζήτηση

ανάθεμα

ανάθεση

ανακαλύπτω

ανακάλυψη

ανάκειμαι

ανακλαδίζομαι

ανάκλαση

ανακλαστήρας

ανακλαστικά

ανακλαστικός -ή -ό

ανάκληση

ανάκλησις

ανακλητός -ή -ό

ανάκλιντρο

ανακοίνωση

αναλαμβάνω

ανάλυση

αναλυτική

ανάμικτος -η -ο

ανάπηρος

αναπληρωτής

ανάποδα

ανάποδο

ανάπτυξη

ανάρχως

ανατρέπω

αναχώρηση

ανδαμώνω

άνδρας

ανδρείος -α -ο

Άνδρος

ανεβαίνω

ανέγκλητος

ανέμη

ανεμομάζεμα

ανεμομάζωμα

ανεμομαχία

άνεμος

ανεμώνη

ανέστη

άνηθος

ανησυχία

ανηφόρα

ανηφόρι

ανηφορικά

ανηφορικό

ανηφόρισμα

ανήφορο

ανήφορος

ανθίας

άνθος

ανθούλα

ανθουλάκι

ανθρωπο-

ανθρωποειδές

άνθρωπος

ανιμώμαι

ανιψιά

ανιψιός

ανοηταίνω

ανόητο

ανοητολογία

ανόητος

ανόητος -η -ο

ανοητούλης

ανοήτως

ανοιξαντάρια

ανοιξιάτικα

ανοιξιάτικος -η -ο

ανοιχτά

ανοιχτο-

ανοιχτός

ανοιχτός -ή -ό

ανοσοθεραπεία

ανοσολογία

ανταμοιβή

αντάμωση

ανταποδίδω

ανταποκρίνομαι

ανταπόκριση

άντε

αντέχω

αντί

αντίθεση

αντίθετα

αντίθετο

αντικείμενο

αντίκτυπος

αντιμετώπιση

αντίο

αντιοικονομικότητα

αντίος

Αντιόχεια

αντίσταση

αντίστοιχα

αντίστοιχο

άντρας

αντρασκελωτά

αντσούγια

αντύχως

Αντώνης

ανυμνώ

ανύπαντρη

ανυπομονώ

άνω

άνω κάτω

ανωτέρω

αξία

αξιαγάπητος -η -ο

αξιάδα

αξιάζω

αξίνα

αξινάρης

αξινάρι

αξιναριά

αξίνη

αξίνι

αξίνιστος -η -ο

αξιοθέατο

αξιολόγηση

αξιόλογο

αξίωμα

αοιδός

απαίσιο

απαισιόδοξα

απαίτηση

απαλό

απαλογέρνω

απάντηση

απάνω

απάνω απάνω

απάνω κάτω

απαρέμφατο

απαρτιζόμενος -η -ο

απαρτίζω

απάτητα

απατώ

άπειρο

απειρο-

απειροκαλία

απεκτυλίσσω

απελεύθερος

απελευθερώνω

απελευθέρωση

απελπισμένος -η -ο

απελπιστικός -ή -ό

απέναντι

απεναντίας

απεσπασμένος -η -ο

απήτις

άπιαστος

άπλα

απλή

απλός

απλώνω

απλώς

από

από πάντα

απόγευμα

απογευματινή

αποδεσμευμένος -η -ο

αποδοχές

αποθήκη

απόλαυση

απόλουση

απολούσιμον

απόλυση

απολυσιά

απολυσιώνας

απολυσσιάζω

απόλυτος -η -ο

απολύτως

απομνηματογράφος

απομνημόνευμα

απομνημονευματικός -ή -ό

απομνημονευματογραφία

απομνημονευμένος -η -ο

απομνημόνευση

απομνημονευτικός -ή -ό

αποποίηση

απορία

απορώ

απόσπαση

απόσταση

αποστελλόμενος -η -ο

αποστέλλω

αποστολή

απόστολος

αποτάζω

αποτελείωμα

αποτέλεσμα

αποτελεσματικά

αποτελώ

αποτέφρωση

απότομο

αποτρίχωση

απουσία

απόφαση

απόφασις

αποφασισμένα

αποφασισμένος -η -ο

αποφασιστικά

αποφασιστικός -ή -ό

απόφοιτος -η -ο

αποχαύνωση

αποχωρώ

αποχωρών -ούσα -ούν

απόψε

αποψέλνω

αποψές

αποψεσινός -ή -ό

άποψη

αποψινός -ή -ό

απόψυξη

απρόσκοπτος

άπω

απωθημένο

απωθημένος

απών

άραγε

άραγες

αράπης

αραπιά

αράπικο

αράπικος -η -ο

αραπίτσα

αράπω

αργά

αργαλειό

άργησις

αργώ

αρεσιά

αρέτα

αρετή

Αρετό

Αρετσού

Άρης

αρθρίτιδα

αρθριτικός

αρθριτικός -ή -ό

αριστερό

Αρκάς

αρκεί

αρκετά

αρκετός

αρκούδα

αρμπιτράζ

αρνί

αρνούμαι

αρπάζω

αρπάσσω

αρρώστια

αρσενοκοίτης

αρσενοκοιτία

αρσενοκοιτώ

αρχαία

αρχαίο

αρχείο

αρχή

αρχίζω

αρχικά

αρχισωματοφύλακας

ασεβής

ασέλγεια

ασελγής

ασελγής -ής -ές

ασελγώ

ασθένεια

ασθενής

ασθενής -ής -ές

ασθενισμένος -η -ο

ασκητής

ασκώ

άσπιλος

αστεία

αστέρι

αστικός -ή -ό

αστός

άστοχα

αστρονομία

αστυνομία

αστυνομικός

Αστυπάλαια

ασφάλεια

ασφαλής

ασφάλιση

ασφαλώς

άσχημα

άσχημο

άσχημος

ασχολίζω

ατίμως

ατίμωση

ατμόσφαιρα

άτοκα

άτοκος -η -ο

άτομο

ατύλωτος -η -ο

ατύχημα

άτυχος

άτυχος -η -ο

ατυχοσύνη

ατυχώς

αυγή αυγή

αυθάδεια

αυλή

αύξηση

αύξησις

αύρα

αυριανός -ή -ό

αυρινός -ή -ό

αύριο

αύριον

αυτί

αυτό

αυτο-

αυτοκίνητο

αυτοκινητο-

αυτοκινητοβιομηχανία

αυτοκινητοβιομήχανος

αυτοκινητοδρόμιο

αυτοκινητομάνι

αυτοκινητοπομπή

αυτοκίνητος -η -ο

αυτοκινητοτράπεζα

αυτοματικά

αυτονόητος -η -ο

αυτόπτης

αυτός

αυτοσυγκράτηση

αυτοσχέδιος -α -ο

αυτού

αφεντικό

αφηγούμαι

αφήνω

αφής

αφησμός

άφθονα

αφίνω

άφιξη

αφορμή

αφού

αφρόνως

Αχαρνές

αχός

άχου

αχούρι

αχυροσκεπή

αχυρώνας

αχώριστος

βάζω

βαθμολογία

βάλλω

βαλοτρύπα

βάλτος

βαλτός -ή -ό

βάπτισμα

βάρδια

βαρετός

βαρίδιο

βαρυ-

βαρυγκόμια

βαρυγκομώ

βαρύς

βαρύς -ιά -ύ

βάση

βασιλεία

βασιλής

βασιλιάς

βασιλική

βασίλισσα

βασιλομήτωρ

βασκαίνω

βασκανία

βάσκανος

βαστάρω

βάτος

βατός -ή -ό

βάτραχος

βγάζω

βγαίνω

βγάλλω

βγάνω

βγατίζω

βγίος

βδέλλα

βδέλυγμα

βδελυγμία

βδελυκτός

βδελυρός

βδελυρός -ή -ό

βδομάδα

βέβαια

βεβαιότητα

βεβαίως

βεβαίωση

βέλο

βελτίωση

βελτιώσιμος -η -ο

βελτιωτικός -ή -ό

βενζίνη

βέρα

βία

βιάση

βιαστικά

βιαστικός

βιομηχανία

βιομηχανικός -ή -ό

βίος

βιόσφαιρα

βλάκας

βλακεία

βλαμμένος -η -ο

βλάστηση

βλέμμα

βλεμματίζω

βλεπάτορας

βλεπάτορος

βλεπιάς

βλέπω

βοήθεια

βοηθώ

βολά

βολεύω

βοριάς

βουζούνα

βουλευτής

βουλή

βούληση

βουνάκι

βουνό

βραβείο

βραδιά

βραδιάζω

βραδινός

βράδυ

βραδυ-

βραδύτης

βραδύτητα

βράχος

βρε

βρίζω

βρικόλακας

βρισιά

βρίσκομαι

βρίσκω

βρομιά

βροτοσώστης

βρύση

βρυσούλα

βρυχώμαι

γάλα

γαλαγγάν

γαλάζιος

γαλαζοβαμμένος

γαλακτοκομία

γαλακτομπούρεκο

γαλάκτωμα

γαλαξίας

γαληνεύω

γαλήνη

γάμα

γαμήσι

γαμησιάτικα

γαμιόλης

γάμμα

γάμος

γαμοτρύπα

γαμώ

γαμώτο

γαρ

γαρίδα

γαριφαλιά

γαρνιτούρα

γάρος

γάστρα

γάτουλο

γεγονός

γεια

γείρω

γειτόνισσα

γελάω

γεναίκα

γενεαλογικός -ή -ό

γενικός

γέννηση

γερμανικός

γέρος

γεύμα

γεύσις

γευστικός -ή -ό

γεωπονικός -ή -ό

γήπεδο

γης

γητευτής

γητεύτρα

γητεύω

για

για IV

για να

γιαγγάριν

γιαγέρνω

γιαγιά

γιαλός

Γιάννης

γιαούρτι

γιασεμί

γιάση

γιασιμίν

γιατί

γιατό

γιατρός

γιαχνί

γινάτι

γινεά

γινίσκομαι

γίνομαι

γίνωμα

γιορτάζω

γιουβέτσι

γιωργός

γκάζι

γκαζιά

γλάρος

γλάστρα

γλοιώδης -ης -ες

γλύκα

γλυκαιμία

γλυκο-

γλυκόζη

γλυκός

γλυκούσα

γλυκούτσικος

γλυτώνω

γλυφάδα

γλύφανο

γλυφή

γλυφίδα

γλυφίζω

γλυφός

γλυφός -ή -ό

γλυφότητα

γλύω

γλώσσα

γονατίζω

γονατιστός

γονατιστός -ή -ό

γουνία

γουρλομάτης -α -ικο

γούρλωμα

γουρούνι

γουρουνόπουλο

γουστάρω

γραιά

γραμματική

γραφή

γρήγορα

γρια-

γυαλί

γυναίκα

γυναικάριον

γυνο-

γυρισμός

γύρω

γυφτόπουλο

γύφτος

δάκρυ

δακρυβρυσοπόταμον

δαμάσκηνο

δαμασκηνός -ή -ό

δανείζω

δάνειο

δανειστής

δανειστικός -ή -ό

δαπάνη

δάσος

δάφνη

δεδικασμένο

δεδομένος -η -ο

δέηση

δειλία

δείλος

δείξος

δείπνο

δεις

δείχνω

δεκάρα

δελόγγου

δελτίο

δεμένος

δεν

δενάριον

δένδρο

δενδροαναβάτης

δενδροαναγεμάτος

Δενδρολίβανος

δέντρο

δένω

δεξαμενόπλοιο

δεόντως

δερματοχελώνα

δεσμός

δέσποινα

δεσποινάτος

δεσποινάχατ

δέχομαι

δεχτός

δέων -ουσα -ον

δηλώνω

δήλωση

δήλωσις

δημαρχία

Δημήτρια

δημητριακός -ή -ό

δημιούργηση

δημιουργώ

δημόσιος

διαβάζω

διαβάθμιση

διάβασμα

διαβήτης

διάβολος

διαδέχομαι

διαδίδω

διαδικασία

διαδοσίας

διαδρομή

διάδρομος

διαζύγιο

διάθεση

διαθέτω

δίαιτα

διαιτητής

διαιτητικός

διακαής -ής -ές

διακόσιοι -ες -α

διάκριση

διαλεχτός -ή -ό

διαλλακτικός -ή -ό

διαλλάσσω

διαλογούμαι

διάλος

διαμαρτυρία

διαμέρισμα

διαμονή

διαμόρφωση

διανοητικός -ή -ό

διανυκτού

διάολος

διαπλάθω

διάρκεια

διασάλευση

διασαλεύω

διάσημο

διασκέδαση

διασταυρούμενος -η -ο

διασταυρώνω

διασταύρωση

διασωλήνωση

διατηρώ

διατροφή

διαύγεια

διαφάνεια

διαφήμιση

διαφθορά

διαφορά

διαφορετικός

διαφορετικός -ή -ό

διάφοροι -ες -α

διαφοροποίηση

διάφραγμα

διαφυγή

διαφωνία

διαφωνώ

διαχείριση

διαχειριστής

διβάνι

διβάρι

διβουλία

δίβουλος -η -ο

δίδαγμα

διδάσκω

δίδω

διεθνής -ής -ές

διεθνισμός

διεκδικώ

διέρχομαι

διετής -ής -ές

διετία

διεύθυνση

διευθυντής

δικαιολογία

δικαστήριο

δικαστήριον

δίκια

δίκτυο

δίλεπτο

δίλημμα

διλημματικός -ή -ό

διλικάτος

δίλογος

διλοχία

διοίκηση

διοργάνωση

διότι

διοχετεύω

διπλασιασμός

διπλιάζω

δισκογραφία

δίστιχος -η -ο

διχοστασία

δίχως

διχωστάς

διψώ

διώκτης

διωκτικός

διωκτικός -ή -ό

διώκτρα

δίωξη

διώχνω

δοκιμάζω

δολεροκακόμαγος

δολερός

δολερός -ή -ό

δολερότητα

δολοφονία

δον

δόξα

δοξάζω

δοξαριά

δοξασμός

δοξολογία

δοσάς

δόση

δόσις

δουλεία

δουλευτής

δουλεύω

δούλος

δούναι

δρασκελωτά

δριμέα

δρίμες

δριμιά

δριμύς

δριμώνω

δρομέας

δρομή

δρομικός

δρομικός -ή -ό

δρομολόγιο

δρομολογώ

δρόμος

δρυοκολάπτης

δύνη

δύστυχος

δύστυχος -η -ο

δυστυχώς

δυσφήμιση

δώδεκα

δωδεκα-

δωδεκάδα

Δωδεκαήμερο

εβδομήκοντα

εβραιολογία

εβραιολόγος

εβραιοπούλα

εβραιόπουλον

Εβραίος

εγκατασταίνω

εγκυκλοπαίδεια

έγκυος

εγκωμιάζω

εγκώμιο

εγνώρ‑

έγχρωμος -η -ο

εγώ

έδαφος

εδώ

εδώδιμος -η -ο

εθιμικός -ή -ό

έθνος

ειδέ

ειδή

ειδικός -ή -ό

είμαι

είμαι·

ειμαρμένη

ειμή

είναι

είπως

εισέ

εισιτήριος -α -ο

είσοδος

είσπραξη

εισρέω

εισρίπτω

εισροή

εκάς

εκάτερον

εκατέρωθεν

εκατό

εκατομμύριο

έκδειλος

εκδέρνω

εκδευτέρου

εκδέχομαι

εκδήλωση

εκδίδω

εκδίδωμι

εκείνος

εκκίνηση

εκκλησία

εκκρεμότητα

εκλέπτυνση

εκμετάλλευση

εκπόρευση

εκπορευτός

εκπόρθηση

εκπορθητής

εκπόρνευση

εκπορνεύω

εκπρόσωπος

εκτιμώ

εκτός

έκτος -η -ο

έκτοτε

εκτύλωση

έλασμα

έλατος

έλαφος

ελαφρός

ελαφρός -ιά -ό

ελάχιστος -η -ο

έλεος

ελεύθερος

έλευση

ελκύω

ελλάγι

Ελλαδίτης

Ελλαδώνυμοι

ελλειπτικός

ελλείπων -ουσα -ον

ελληνικός -ή -ό

ελπίδα

ελπίζω

εμαγιέ

εμβαδόν

εμβάζω

εμερτικόν

εμμέριμνος

έμμεσος -η -ο

εμμονή

εμπιστεύομαι

εμπιστοσύνη

εμπνέω

εμπόρευμα

εμπορικό

εμπόριο

έμπορος

εμπρός

εμφάνιση

έν τον

ενάντια

εναντίον

εναρμόνιση

έναρξη

ένας

ένδειξη

ενδιαφέρον

ένεκα

ένεκεν

ενέργεια

ενεργοποίηση

ένεση

ενεχυρίαση

ενέχυρο

ενεχυροδανειστήριο

ενθουσιασμός

ενθουσιαστικός -ή -ό

ενικός

ενίοτε

εννέα

εννεα-

ενοικιάζω

ενοικίαση

ενοικιαστήριο

ενοχλητικός -ή -ό

ενοχλώ

εντάξει

ένταξη

εντατικός -ή -ό

εντολή

έντομο

εντομογραφία

έντονος -η -ο

εντοπίζω

εντός

εντύνω

εντυπωσιάζω

ενώ

ένωση

ενωτίζομαι

ενωτικός

ενωτικός -ή -ό

ενώτιο

εξαγριώνομαι

εξαγριώνω

εξαίρεση

εξαιρετικός -ή -ό

εξαίρετος

εξαιτίας

εξαναπουλώ

εξανίσταμαι

εξασκώ

εξασφαλίζω

εξαφάνιση

εξέγερση

εξέδρα

εξειδίκευση

εξέλιξη

εξερεύνηση

εξέταση

εξεταστικός -ή -ό

εξετελειώνω

εξήγηση

εξήγησις

εξής

έξι

εξοικονόμηση

εξόν

εξοστρακισμός

εξτρεμιστής

εξυπηρέτηση

εξυπηρετικός -ή -ό

εξυπηρετώ

έξυπνος

εορταστικός -ή -ό

εορτή

επάγγελμα

επανάγωγο

επαναληπτικός -ή -ό

επανάσταση

επαφή

επαφήνω

επαφίεμαι

επέδραμα

επείγων -ουσα -ον

επειδή

έπειτα

επέκταση

επένδυση

επενδύω

επηρεάζω

επιβάλλω

επιβεβαίωση

επιβιβάζω

επιβίβαση

επιβιώνω

επίδραση

επικείμενος -η -ο

επιλογή

επίλυση

επιμελής -ής -ές

επιμελούμαι

επιμένω

επιμένων

επιμονή

επίσης

επισκεπάζω

επισκεπτήριο

επισκέπτης

επισκέπτομαι

επισκευάζω

επισκευαστικός -ή -ό

επισκευή

επίσκεψη

επίσκεψις

επισκόπηση

επίσκοπος

επιστέγασμα

επιστήμονα

επιστημονικός

επιστήμων

επιστολή

επιστρέφω

επιστροφή

επισυνάπτω

επιταγή

επιτέλους

επίτευγμα

επιτίμηση

επιτιμητικός -ή -ό

επιτιμίζω

επιτίμιο

επιτίμιον

επίτιμος -η -ο

επιτιμώ

επιτρέπω

επιτροπή

επιτυχία

επιφυλάσσω

επιχείρημα

επιχειρηματίας

επιχειρηματικός -ή -ό

επιχειρηματολογία

επιχειρηματολογώ

επιχείρηση

επιχειρίζομαι

επιχρωμίωση

επόμενος -η -ο

επομένως

εργασία

εργαστήριο

εργατολόγος

εργατοπατέρας

εργατοτεχνικός -ή -ό

εργατοτεχνίτης

έργο

εργο-

εργοστάσιο

ερεθισμός

ερείκινον

έρευνα

ερευνώ

ερημία

ερθομός

έρμα

έρχομαι

ερχομός

έρως

ερωταγάπη

έρωτας

ερώτηση

ερωτικά

εσμός

έσσω

έσσωπος

εστί

εστιμιάζω

έστω

εσύ

εσω-

εσωκαίομαι

εσώκαστρον

έτοιμα

έτσι

ευάρεστος

ευαρεστούμαι

ευάριθμος -η -ο

ευγενικά

ευδαιμονία

ευδαιμονισμός

ευκαιρία

ευκαριστ‑

ευκαταφρόνητος -η -ο

ευκτική

ευλάβεια

ευπρόσδεκτος

εύρεσις

ευρετήριο

ευτυχία

ευτυχώς

ευφρόσυνος

ευφυής

ευφυολογώ

ευχαιρία

εύχαρις -ις -ι

ευχαριστημένα

ευχαριστήριος

ευχαριστήριος -α -ο

ευχαρίστηση

ευχαριστία

ευχαριστιακός -ή -ό

ευχάριστος

ευχάριστος -η -ο

ευχαριστώ

ευχαριστώ·

ευχαρίστως

εύχομαι

εύψυχα

εφάπαξ

εφημερίδα

εφιαλτικός -ή -ό

εφτά

έχει

εχεμύθεια

εχθές

εχθρός

έχτρα

έχω

έχων -ουσα -ον

έως

ζάντα

ζάχαρη

ζευγάρι

ζηλιάρικος -η -ο

ζήτα

ζητάς

ζήτηση

ζήτησις

ζητούμενο

ζουζούνα

ζουμί

ζυμαρικό

ζωνάρι

ζωντοχήρος

ζώο

ζωολόγος

ζωοτροφή

ζωοτροφία

ήδη

ηλικία

ηλιοθεραπεία

ημερολόγιο

ημερομηνία

ημιυπόγειος -α -ο

ηνωμένος -η -ο

ησκιό

ήσυχα

ήσυχος

θα

θάλασσα

θαλασσαετός

θαλασσασφάλεια

θάνατος

θανατώ

θάρρος

θαυμάσιος

θέατρο

θέατρον

θεία

θειάφη

θείωση

θέληση

θέλησις

θελόποιμα

θελός

θέλω

θεοδώρητος

θεολογία

Θεός

θεοσέβεια

θεοσεβής -ής -ές

θεοσκότωτος

θεούσα

θεραπεία

θεραπευτής

θερμίδα

θερμικός -ή -ό

θέση

θεσμός

θεσσαλικός -ή -ό

θεώρηση

θεωρώ

θηλασμός

θησαυρός

θόλος

θολός -ή -ό

θορυβημένος

θόρυβος

θράσος

θρεπτικός

θρεπτικός -ή -ό

θρησκεία

θυμάμαι

θυμίζω

θυμούμαι

θυμωμένος -η -ο

θυμώνω

θυσία

θωράκιο

ίαση

ιάσιμος -η -ο

ίασπις

ίασπος

ιδανικό

ιδιαίτερος -η -ο

ίδιος -α -ο

ιδιωτικός

ιερό

ιερο-

ιερός

ιερός -ή -ό

ιεροτελεστία

ιεροτελετή

ικανοποίηση

ικανός

ικανός -ή -ό

ιλαρά

ιλαρός

ιλαρός -ή -ό

ιλαρότητα

ινκόγνιτο

ιππικός

ιππο-

ιπποδύναμη

ιππότης

ιπποτικός -ή -ό

ίσασις

ίσκιος

ίσκιωμα

ισοπεδώνω

ίσος

ίσος -η -ο

ισοσταθμίζω

ισούμαι

Ισραήλ

ισραηλινός -ή -ό

ισραηλιτικός

ισραηλιτικός -ή -ό

ισχυρά

ισχυρός

ίσως

ιχνηλασία

ιχνηλάτης

Ιωαννίτης

κάβα

καβάδιν

καβαδούρα

καβάκι

καβάλα

καβαλαρέα

καθαρισμός

καθαρο-

καθαρόαιμος -η -ο

κάθαρση

κάθε

καθόλου

καθώς

και

καινουριο-

καίριος

καιρός

καιροσκοπία

καιροσκοπικός -ή -ό

καιροσκοπισμός

καιροσκόπος

καιροσκοπώ

καΐσι

κακοποίηση

κάλα

καλάθι

καλαίσθητος -η -ο

καλαμιά

κάλαμος

καλαμποκάλευρο

καλαμπόκι

καλέ

καλέμι

καλημέρα

καλημερίζω

καλημέρισμα

καλημερούδια

καληνύχτα

καληνυχτίζω

καληνυχτούδια

καλησπέρα

καλησπερίζω

καλησπερούδια

καληώρα

κάλιο

καλίτσιν

κάλλη

καλλιέργεια

καλλίμαχος

καλλιστεία

καλλιτέχνης

καλλιτεχνικός -ή -ό

καλλυντικός -ή -ό

καλό

καλο-

καλοκαίρι

καλοπέραση

κάλος

καλοτάξιδος -η -ο

καλπασμός

καλπαστικός -ή -ό

καλσόν

καλύβη

κάλυμμα

καλύτερος -η -ο

κάλυψη

καλώ

καλώδιο

καλώς

καμάκι

καμαρώνω

καμηλοπάρδαλη

καμιόνι

καμπάνα

καμπαρντίνα

κανάκεμα

καναρίνι

κανείς

κανέλα

κανένας κανείς καμία καμιά κανένα

κανισκίζω

κανναβούρι

κανονιά

κανονίζω

καντήλι

καντηλίτσα

κάνω

κάπα

κάποιος

κάποιος -α -ο

κάποτε

κάπως

κάρα

καραγιαπί

καράγιος

καρδιά

καρδιαγγειακός -ή -ό

καρδιακά

καρδιακός

καρδιακώς

καρδιαλγία

καρικατούρα

καρπο-

καρπός

καρπουζιά

καρποφορά

καρπώ

κάρτα

καρυδιά

καρφίτσα

καρφίτσωμα

καρφιτσώνω

κασμάς

κάτα

κατα-

κατακάθι

κατακάθισμα

καταλαβαίνω

κατάλληλος

κατανόηση

κατανομή

καταντήνω

κατάπληκτος -η -ο

καταστατικός -ή -ό

καταστρέφω

καταστροφή

καταφανής -ής -ές

κατάφαση

καταφέρνω

καταφερτζής

καταφέρω

καταφύγιο

κατέβασμα

κατεβατός -ή -ό

κατέχω

κατεψυγμένος

κατεψυγμένος -η -ο

κατηγόρια

κατηγορώ

κάτι

κατιτί

κατιτίς

κατοικία

κατοικίζω

κατοικούμενα

κατοπτρισμός

κάτοπτρο

κατοχικός -ή -ό

κατοχύρωση

κατσαβίδι

κατω-

καύκαλο

καψούρα

καψούρης

κβαντικός -ή -ό

κβάντο

κβαντομηχανική

κε

κέικ

κείμενα

κείμενο

κείμενον

κείνος

κελάρι

κέλλα

κερά

κεραμιδάρης

κέραμος

κεραμοσκεπή

κεραμοσκεπής -ής -ές

κεραυνός

κερδίζω

κερί

κερνάτορας

κηλίδα

κηπουρός

κιβδηλία

κιβδηλοποιός

κίβδηλος

κίβδηλος -η -ο

κιθάρα

κιλό

κιλο-

κιμάς

κινδυνάρης

κίνδυνος

κινητός

κιόλας

κισσός

κιτρικός -ή -ό

κίτρο

κλαδί

κλαημένος

κλαίω

κλάμα

κλάμαν

κλειδάριθμος

κλειδί

κλείσιμο

κλέπτω

κλοπιμαίος

κλωστή

κόβω

κοιλαράς

κοιλία

κοιμάμαι

κοίμηση

κοιμήσικος -η -ο

κοίμησις

κοίμισμα

κοιμισμένος -η -ο

κοιμιστικός -ή -ό

κοινωνία

κοινωνιο-

κοινωνιολογικός -ή -ό

κοιτάζω

κόκα κόλα

κοκκίνισμα

κοκκινο-

κόκκινος -η -ο

κολάν

κολάρο

κολιέ

κολιός

κόλλα

κολλίω

κόλο

κολοβάκιλος

κολοκύθας

κολοκυθιά

κολοκυθοκορφάδα

κολοκυθόπιτα

κολοκυθόσπορος

κολύμβηση

κόμικς

κόμις

κομιστής

κομματιά

κόμματος

κομμωτήριο

κομπόστα

κόντα

κοπέλα

κοπελάτα

κοπελιά

κόρακας

κορδώνω

κόρη

κόριζα

κορίτσι

κοροϊδεύω

κορόιδο

κορσές

κόρυζα

κορυζιάρης

κορυφή

κορφή

κοσμο-

κοσμοκράτωρ

κοσμοναύτης

κόστα

κότα

κότερο

κουδούνι

κούκλα

κουκουβάγια

κουκουβάια

κουλλουράκι

κουμπί

κούνημα

κούνισμα

κουνιστός -ή -ό

κουνίστρα

κουπέ

κουραστικός -ή -ό

κουρέλι

κουτάκι

κουτί

κουτία

κούτσα

κούτσα κούτσα

κουτσαίνοντας

κούφωμα

κουφωματάς

κοφτερός

κοψίδι

κοψο-

κραιπάλη

κράλης

κρασάκι

κραταιός -ά -ή -ό

κρατώ

κραυγή

κρεβάτι

κρείττων

κρετινισμός

κρετίνος

κριθάρι

κρίμα

κριματεύγω

κριματίζω

κρίνω

κρίση

κρισιά

κρισιμένος

κρίσις

κριτήριο

κριτήριον

κριτής

κριτικάρω

κριτική

κριτικός

κριτικός -ή -ό

κριτσίνι

κρύβω

κρυμμός

κρυφά

κρυφο-

κρύψιμο

κρύωμα

κρυώνω

κτίριο

κτίση

κυάνιο

κυβέρνηση

κυβόλιθος

κύβος

κύημα

κύηση

κυκλικός -ή -ό

κύκλος

κυλώ

κύμα

κυμάτισμα

κυνηγός

κυνηγώ

κυοφορία

κυοφόρος

κυοφορώ

κύπρον

κύρια

κυριακοδρόμιο

κυριακός

κυριαρχία

κυρίαρχος -η -ο

κυρίως

κύρκας

κωλο-

κωλομέρι

κωλόπαιδο

κώλος

κωλοτρυπίδα

κωλοφαρδία

κωλόφαρδος -η -ο

κωλόχαρτο

λαβή

λαγνεία

λάγνος -η -α -ο

λαγόνι

Λάζαρος

λαζάρωμα

λάθος

λαϊκισμός

λαϊκιστής

λαϊκιστικός -ή -ό

λαιμός

λαμβάνω

λαμπρότητα

λαπάς

Λαρισαίος

λατρεύω

λαχανικό

λαχανόκηπος

λεβέντης

λεγούμι

λέγω

λείπω

λειτουργία

λειψ-

λείψανο

λείψις

λειψός -ή -ό

λελές

λέξη

λεξιλόγιο

λεπτά

λεπτό

λεσβία

λευκοκύτταρο

λεύκωμα

λευχαιμία

λευχαιμικός -ή -ό

λεφτά

λέω

λήγω

λήμμα

λημματολόγηση

λησμονημός

λησμονιά

λησμονιάρης

λησμονώ

λίγο

λίγωμα

λιγωμάρα

λιμάνι

λίρα

λιρέτα

λιχούδης -α -ικο

λιχουδιά

λιχούδ‑

λιχούσα

λιώνω

λιώσιμο

λογάκι

λογαριασμός

λογιστής

λόγος

λογοσυντυχία

λόγω

λοίμωξη

λοιπόν

λούζω

λουλούδι

λούμπεν

λουόμενος -η -ο

λουτράρης

λούω

λυγαριά

λυγίζω

λύκος

λυκόσκυλο

λύπη

λυπηρά

λύρα

λύση

μα

μαγαζί

μαγείρευμα

μαγειρεύσιμος

μαγειρευτός -ή -ό

μαγειρεύω

μάγισσα

μαγιστράτος

μάγιστρος

μάγκας

μαγκιά

μαδάρα

μαδαρίζω

μαδαρός

μαζεύω

μαζί

μαζικοποίηση

μαθαίνω

μάθημα

μαθηματικά

μάθηση

μαθητής

μαθώς

μαινάς

μαίνομαι

μακάρι

μακάριος

μακριά

μαλαγάνας

μαλάκα

μαλακάδα

μαλακαίνω

μαλάκας

μαλακία

μαλακίζομαι

μαλάκιο

μαλακός

μαλακτοσύνη

μαλάκυνση

μαλάκωμα

μαλακώνω

μάλαμα

μαλαχτός

μάλιστα

μάλλον

μαλώνω

μανιτάρι

μάννα

μανούρι

μαντάρα

μαντάρισμα

μαντικός -ή -ό

μαντρί

μαντρίζω

μάντρισμα

μαργώνω

μαρία

μαριόλικος -η -ο

Μας

ματά

ματα-

μάταια

ματζόρε

μάτην

μάτι

ματιά

ματιάζω

μάτιασμα

μάτισμα

μάτσα

ματσούκα

μαυρο-

μαχαίρι

μάχη

με

μεγα-

μεγαβάτ

μεγάλα

μεγαλαίνω

μεγάλαυχος

μεγαλο-

μεγαλοϊδεάτης

μεγαλώνω

μεδέ

μεθέλκω

μεινίσκω

μεϊντάνι

μέλι

μένος

μενού

μενουέτο

μένω

μέρα

μεράκι

μερακλής

μερακλώνω

μεραρχία

μερικά

μερικοί

μερικοί -ές -ά

μερικός

μερικός -ή -ό

μερικώς

μερίς

μέσα

μεσογειακός -ή -ό

μέσον

μέτα

μετα-

μεταβάλλω

μετακομίζω

μετανάστευση

μέταξα

μεταξάς

μεταξύ

μεταξωτός -ή -ό

μεταπείθω

μετατοπίζω

μετατροπή

μετάφραση

μετέωρο

μετοχή

μέτρο

μεχάνι

μέχρι

μηλαδέρφι

μηλάρι

μηλιά

μήλο

μην

μήνα

μήποτε

μήπως

μηπωστάς

μήτηρ

μηχανή

μηχανικός

μια

μιαίνω

μιζέρια

μιζέρικα

μικρο-

μίλημα

μιλητός -ή -ό

μίλι

μιλιά

μιλώ

μιμούμαι

μίνα

μισάδι

μισοκλέβω

μισόκλειστος -η -ο

μνεία

μνειώνομαι

μνέσκω

μνημόνιο

μόδα

μοίρα

μοιράζω

μοιρασιά

μοίρασμα

μοιραστής

μοιχαλίς

μοιχεία

μόλις

μολών λαβέ

μονάκριβος

μονάκριβος -η -ο

μοναξιά

μονάχα

μονή

μονήρη

μονήρης -ης -ες

μονήριον

μόνι

μόνιμος

μόνο

μορφή

μου

μουκανίζω

μουλιάζω

μούνε

μουνί

μουνόπανο

μούντζα

μουντζούρα

μουντζουρώνω

μουντιάλ

μούντος

μουριά

μουρμούρα

μουρμούρης

μουρμουρητό

μουρμουρίζω

μουρουνέλαιο

μούσα

μούσα II —

μουσείο

μουσική

μουσμουλιά

μούτρα

μπακάλικο

μπακαλοτέφτερο

μπαράζ

μπάρκο

μπαστούνι

μπαστουνιά

μπήγω

μπίκα

μπίκος

μπλέκω

μπογαλάκι

μπόρεση

μπόρεσις

μπορετός

μπορετός -ή -ό

μπορούμενος

μπορώ

μπουζούκι

μπουκάλι

μπουκέτο

μπουκιά

μπουκλέ

μπούκωμα

μπουκωμένα

μπουμπούκι

μπουρού

μπρος

μπροστά

μύγα

μυκώμαι

μυλαύλακο

μύλη

μύρισμα

μυστήριο

μυστικά

μυστικό

μύτη

μωρέ

μωρό

να

ναι

νάιλον

ναός

ναρκοπέδιο

ναυαγώ

Ναυπακτίτης

ναυσιπλοΐα

ναύτης

ναυτικός

ναυτίλος

νε

νέα

νεανίας

νεβουλιά

νεο-

νέος

νέος -α -ο

νεοσσεύω

νεοσσιά

νεοσσίον

νεοσσοποιώ

νεοσσός

νεοσύλλεκτος

νεοσύστατος -η -ο

νεράκι

νεράτζ‑

νερό

νερο-

νερολούλουδο

νεροχελώνα

νευριασμένος -η -ο

νεύω

νεφέλη

νεώσοικος

νησί

νηφαλέως

νηφάλιος -α -ο

νηφαλιότητα

νήφιο

νίκη

νικητής

νιπτήρας

νιώθω

νναι

νοερώς

νοίκι

νομίζω

νομικός

νόμιμα

νομοθεσία

νόμος

νομοσχέδιο

νοοτροπία

νοσοκομείο

νοσοκόμος

νόστιμα

νόστιμος

νόστος

νουθεσία

νουθετεύω

νουθέτηση

νουθετώ

νουμηνία

νούμιον

νούμισμα

νουμμίον

νοώ

νταρντάνα

ντε

ντεμί

ντεμί σεζόν

ντέρτι

ντέρτικος -η -ο

ντίβα

ντομάτα

ντόρτια

ντου

ντουλάπα

ντουλάπι

ντουνιάς

ντροπαλός -ή -ό

ντροπή

ντύνω

νυν

νυχιά

νυχιάζω

νύχτα

νυχτερινός -ή -ό

ξανά

ξαναγράφω

ξανθίζω

ξανοίγω

ξαπλώνω

ξαφνικός

ξεγέλασμα

ξεμένω

ξεμυαλίζω

ξενάγηση

ξεναγός

ξενερώνω

ξένιος

ξενο-

ξενοδοχείο

ξένος -η -ο

ξενών

ξένως

ξεροκέφαλος -η -ο

ξέρω

ξέρω·

ξεστολίζω

ξεστόλισμα

ξεστομάτου

ξεστομίζω

ξετελειώνω

ξεφτέρι

ξέφτισμα

ξεχασιάρης -α -ικο

ξεχωρίζω

ξηλώνω

ξημεροβραδιάζομαι

ξημέρωμα

ξημερωμένα

ξημερώνω

ξυλεία

ξύλο

ξυλόγατα

όαση

ογδόντα

ογκώδης

οδηγός

οδός

όθεν

οικιακός

οικιακός -ή -ό

οικογένεια

οικοδόμος

οικονομικό

οικονομικός -ή -ό

οικοπεδοποίηση

οίκος

οινοποιία

οκτακόσιοι

ολά

οληνυκτίς

όλο

ολο-

ολόισιος -α -ο

ολοκληρωμένος -η -ο

ολοκληρώνω

όλος

ολοσκέπαστος

ολοσχερώς

Ολύμπια

ολυμπιάδα

ολυμπιακός -ή -ό

ολυμπιονίκης

ολύμπιος -α -ο

ολυμπισμός

ομάδα

ομαλός

όμιλος

ομιλών

ομόλογο

ομόνοια

ομονοιάζω

ομορφάδα

ομορφαίνω

ομορφιά

ομορφο-

ομόσημος -η -ο

ομοσμένα

ομοσπονδία

ομοσπονδιακός -ή -ό

ομόσπονδος -η -ο

ομοφυλόφιλος -η -ο

όμως

όναγρος

όνειδος

ονείραμα

όνειρο

ονοματικός -ή -ό

όντως

οξεία

οξιά

οξύ

οξύα

οξύθυμος

όποιος

όποιος -α -ο

οποιοσδήποτε οποιαδήποτε οποιοδήποτε

οπόσος

όποτε

οπουδήποτε

όργανο

ορέα

ορείχαλκος

ορεκτικά

όρεξη

όρεξις

οριακός -ή -ό

ορίζω

ορισμός

ορίστε

οριστική

όρκιση

ορκισμός

ορμίζω

ορμώ

όρος

ορριάριος

ορρωδώ

ορυάκι

όσα

όσιος -α -ο

όσο

όσον

όσπριο

όστρακο

όστρακον

όταν

ότι

ουδένας

ούζο

ουζουφρούττο

ουζουφρουττουάριος

ουζουφρουττουάρω

ουλάκης

ούρα

ουρανο-

Ουρανός

ουσία

ούτε

ούτως

όφις

οφτός

οχεία

όχημα

όχι

οχιά

οχίνος

όχισκε

οχυρά

όψις

πάγκος

παγκόσμιος

παγκόσμιος -α -ο

παγώνι

παθολόγος

πάθος

παιγνίδι

παιγνίδιον

παιδεία

παιδεραστία

παίδευση

παΐδι

παιδιά

παιδιακίσιος -α -ο

παιδικός -ή -ό

παϊζίον

παιζογελώ

παίζω

παίκτης

παίρνω

παις

παιχνίδι

παλαιο-

πάλι

παλικάρι

παλικαρίσιος -α -ο

παλληκάρι

παλτό

παμμεγέθης

παμμέγεθος

παμμέγιστος

παμμέγιστος -η -ο

παμφιλής

Παναγία

πανδοχείο

πανέξυπνος -η -ο

πανεπιστήμιο

πανέρι

πανηγυρίζω

πανί

πανικό

πανό

πάνου

πάντα

Παντάνασσα

παντάπαν

παντέλεια

παντέλειος

παντελής

παντελής -ής -ές

παντελόνι

παντελονιά

παντελώς

πάντες

παντζάρι

παντζούρι

παντο-

παντοπωλείο

παντού

παντρεύω

πάντως

πάνω

παπα-

πάπας

παπί

πάπια

πάπλωμα

παπλωματάδικο

παπούγκιν

παπούτσα

παπουτσάδικο

παπουτσής

παπούτσι

παπούτσωμα

παππούς

παπυρολογία

παπυρολόγος

πάπυρος

πάρα

παρα-

παράβαλμα

παραγγελία

παράγοντας

παραγωγή

παραδέχομαι

παράδοση

παρακαλώ

παρακάμπτω

παράκαμψη

παρακάτω

παρακινώ

Παράκλητος

παρακολούθηση

παραλία

παραμεθόριος -α -ος -ο

παραμελώ

παραμένω

παραμυθητικός -ή -ό

παραμύθι

παραμυθία

παράξενος -η -ο

παραπολιτικός -ή -ό

παραπονεμένος -η -ο

παράπονο

Παρασκευή

παράταση

παρατήρηση

παρατηρητής

παρατηρώ

παράτολμος -η -ο

παραφρονώ

παράφρων -ων -ον

παρδαλός -ή -ό

παρέα

παρεπιδημώ

παρηγόρια

παρόλο

παρόν

παρουσία

παρουσίαση

παρρησία

παρτούζα

παρωτίδα

πάσα

πασαβιόλα

πασάλειμμα

πασχάλια

πασχαλιάτικος -η -ο

πασχαλινός -ή -ό

πασχάλιο

πασχαλίτσα

πάσχω

πατάκι

πατέ

πατέντα

Πάτερ ημών

πατέρας

πατήρ

πατούσα

πατρίδα

πατρίς

πατριωτισμός

πατώ

παύλα

πάχος

παχυ-

παχυδερμισμός

παχύσαρκος -η -ο

παχύτητα

πεδιάδα

πεδίο

πεζογράφος

πεθαίνω

πείνα

πεινώ

πείραμα

πειραχτήρι

πείσμα

πεισματώνω

πεισμώνω

πειστικός -ή -ό

πελάτης

Πέμπτη

πέμπω

πένα

πενήντα

πενηντάδραχμο

πενηντάλεπτος

πένθος

πενικιλίνη

πέντε

πεποίθηση

πέρα

πέραν

πέρας

πέραση

περασιά

πέρασμα

περασμένος -η -ο

περαστός -ή -ό

περί

περι-

περιβάλλον

περιβάλλω

περιγιάλι

περιγραφή

περιέργεια

περικύκλωση

περιμένω

περιοδικό

περιοχή

περίπου

περίπτωση

περίσσεια

περισσός -ή -ό

περισσότερο

περισσότερος -η -ο

περιστέρι

περιφανής -ής -ές

περίφημος -η -ο

περιφρόνηση

περνώ

πέρσι

πέστροφα

πεταλούδα

πετιμέζι

πέτρα

πετρέλαιο

πετυχαίνω

πετυχημένος -η -ο

πεύκο

πέψη

πηγάδι

πηγάζω

πηγαινοέρχομαι

πηγαίνω

πηγαίος -α -ο

πήδημα

πηδητικός -ή -ό

πηδηχτός -ή -ό

πια

πιάζ

πιανίστας

πιάσιμο

πιάστρα

πιατέλα

πιάτο

πιατοθήκη

πιθανότητα

πικέτα

πικρόχολος -η -ο

πινακοθήκη

πίνω

πίπα

πίστη

πιστοποιητικό

πίστωση

πίσω

πισω-

πισωβελονιά

πισωγυρίζω

πισωδρόμισμα

πισωδρομώ

πίτα

πίτερο

πλάκα

πλανήτης

πλασέ

πλάτη

πλατς

πλατσούρισμα

πλειστηριάζω

πλειστηρίασμα

πλέον

πληγώνω

πληκτρολόγηση

πληρώνω

πλήρωση

πλοίο

πλούσιος -α -ο

πλούτισμα

πλουτισμός

πλούτος

πνεύμα

πνίγω

πνοή

ποθεινός -ή -ό

πόθεν

ποθητός -ή -ό

πόθος

ποθούμενος -η -ο

ποθώ

ποιητάρης

ποιητής

ποιητική

ποιητικός

ποιητικότητα

ποιητός -ή -ό

ποικιλία

ποικίλλω

ποικίλος -η -ο

ποιος -α -ο

ποιώ

πολαρόιντ

πολέμαρχος

πόλεμος

Πόλη

πολιτεία

Πολίτης

πολιτική

πολιτικός

πολιτισμένος -η -ο

πολιτισμός

πολλά

πολύ

πολυ-

πολυάσχολος -η -ο

πολυκατοικία

πολυμέσα

πολύς

πολυτεχνείο

πολυφωνία

πόμολο

πονάω

πονηριά

πονηρός -ή -ό

πόνος

ποντικί

ποντικότρυπα

πορεύομαι

πορνεία

πόρνος

πορτοφόλι

ποσότητα

πόστο

πότε

ποτές

ποτήρι

ποτό

πού

πουθενά

πουκάμισο

πούλημα

πουλητής

πούλι

πούλια

πούστης

πουτάνα

πουταναριό

πουτανιά

πουτανιάρης

πουτσαράς

πουτσίζω

πούτσος

πράγμα

πραγματεία

πραγμάτευση

πράγματι

πραγματικός -ή -ό

πραγματικότητα

πραγματογνώμονας

πραγματοποίηση

πρακτορείο

πραμάτεια

πρασινο-

πράττω

πρεζάκιας

πρέπει

πρεσβεία

πρεσβευτής

πρεσβεύω

πρέσβης

πρεσβυτέριο

πρεσβύτερος

πρεσβύτερος -η -ο

πρεσβύτης

πρεσβυωπία

πριν

πρίνος

πρόβατο

πρόβειος -α -ο

προβλήτα

προειδοποιώ

προηγούμαι

πρόθυμος -η -ο

προϊόν

προϊστάμενος -η -ο

προκαταβολή

προκατάληψη

προκάτοχος

πρόκειται

προκομμένος -η -ο

προλαβαίνω

προμήθεια

προμηθευτής

προνόμιο

πρόξενος

προσ-

προσδοκία

προσευχή

προσεχής -ής -ές

προσέχω

πρόσκληση

πρόσκομμα

προσλαλιά

προσλαμβάνω

προσμένω

προσοχή

προσπάθεια

προσπαθώ

προστακτική

προστάτης

προσφυγικός -ή -ό

προσφωνώ

πρόσωπο

προτείνω

πρότερος -η -ο

προτίμηση

προτιμώ

προφήτης

πρόχειρος -η -ο

προχώρημα

προχωρώ

πρωινό

πρωινός -ή -ό

πρωταπριλιά

πρωτο-

Πρωτοχρονιά

πρωτοχρονιάτικος -η -ο

πτήση

πτυσσόμενος -η -ο

πύλη

πυρετός

πύρρειος -ος -α -ο

πώληση

πως

ραβδί

ραπάνι

ράφι

ραχάτι

ράψιμο

ρεζίλι

ρείθρο

ρεύμα

ριζίτικος -η -ο

ρίνα

ρινικός -ή -ό

ρινο-

ρόδα

ροδάκινο

ρόκα

ροκαμβολικός -ή -ό

ρομανικός -ή -ό

ρουμανικός -ή -ό

ρουφώ

ρωτώ

Σάββατο

Σαββατοκύριακο

σαγανάκι

σαγάνι

σαγιονάρα

σαμιώτικος -η -ο

σαν

σανατόριο

σανός

σαντιγί

σάντουιτς

σάπιος -α -ο

σαράντα

σαρανταποδαρούσα

σασμάν

σαχλαμαρίζω

σβήνω

σβήσιμο

σβηστήρι

σε

σεβαστός -ή -ό

σεινάμενος -η -ο

σειρά

σεισμός

σελήνη

σελίδα

σελίνι

σέλινο

σεμινάριο

σέντερ φορ

σεντόνι

σεντούκι

σεπτός -ή -ό

σερίφης

σήκωμα

σηκώνω

σημαδεύω

σημάδι

σημαντικός

σημείο

σήμερα

σιγά

σιγαρέτο

σιγματικός -ή -ό

σιδερώστρα

σιμιγδάλι

σιτάρι

σιωπή

σκάβω

σκαιός -ή -ό

σκάνταλο

σκάρτος -η -ο

σκασμός

σκάφη

σκάφος

σκελετός

σκέπασμα

σκεπαστός -ή -ό

σκέπη

σκεπτικό

σκεπτικός

σκευή

σκεφτικός -ή -ό

σκέφτομαι

σκέψη

σκηνή

σκηνογραφία

σκηνοθεσία

σκιά

σκιαγράφημα

σκιαγράφηση

σκιαγραφία

σκιάζω

σκιάξιμο

σκίαση

σκιάχτρο

σκίνος

σκίρτημα

σκιρτώ

σκίτσο

σκληρός -ή -ό

σκορπίζω

σκοτεινός -ή -ό

σκοτεινότητα

σκοτώνω

σκοτώστρα

σκουπίζω

σκούρος -α -η -ο

σκουρόχρωμος -η -ο

σκυλί

σκυλιάζω

σκύλιασμα

Σκύλλα

σκυλο-

σκύλος

σμίξιμο

σμιχτός -ή -ό

σμιχτοφρύδης

σοβαρός -ή -ό

σοβεί

Σόδομα

σοκάκι

σοκολάτα

σορόκος

σορόπι

σορός

σορτς

σου

σου μου του

σουβλάκι

σουβλατζίδικο

σουέτ

σούζα

σούκο

σούπα

σούπερ

σούπερμαν

σουπερμάρκετ

σουρίζω

σούρωμα

σουρώνω

σουσουράδα

σουτζούκι

σουτιέν

σοφία

σοφός -ή -ό

σπαθόχορτο

σπανακόπιτα

σπάσιμο

σπασμένος -η -ο

σπασμός

σπαστός -ή -ό

σπέρνω

σπεύδω

σπήλαιο

σπηλαιολογία

σπηλαιολόγος

σπίθα

σπίτι

σπιτικός -ή -ιά -ό

σπιτίσιος -α -ο

σπόρος

στάγμα

στάζω

σταματημός

σταματώ

σταφυλιά

στέγη

στεγνώνω

στειλεός

στέκι

στέκομαι

στέλεχος

στέμμα

στενό

στενο-

στενός -ή -ό

στέπα

στέφανος

στήθος

στήνω

στίβος

στιγμή

στιφάδο

στίφη

στοιχείο

στοίχειωμα

στοιχειώνω

στοίχημα

στοιχίζω

στολή

στόμα

στοματικός -ή -ό

στόχαση

στοχασμός

στραταρίζω

στρατηλάτης

στρατοδικείο

στρατολάτης

στρατολογία

στρατόπεδο

στρώμα

στρώνω

στυφάδα

στυφίζω

στυφός -ή -ό

στυφότητα

συγγνώμη

συγκίνηση

συγκινησία

συγκλονίζω

σύγκριση

συγχαρητήριος -α -ο

σύγχυση

συζήτηση

σύζυγος

σύκο

συκοφάντης

συκώτι

συμβαίνει

συμβάν

σύμβαση

συμβόλαιο

συμβολή

σύμβολο

συμβουλή

συμβούλιο

σύμβουλος

συμμαχητής

συμμερίζομαι

συμμετέχω

συμμετοχή

συμπεριφέρομαι

συμπληρώνω

συμπλήρωση

συμφωνία

σύμφωνο

συναγωγή

συναλλαγή

συναλλαγματοφόρος -ος -α -ο

συναλλάσσομαι

συνάντηση

συναντώ

συνδαιτυμόνας

συνδαυλίζω

συνδαύλιση

συνδαύλισμα

σύνδεση

σύνδρομο

συνεδρία

συνέδριο

συνέλευση

συνεργείο

συνετίζω

συνετός -ή -ό

συνέχεια

συνήθεια

συνήθως

σύνθεση

συνθέτης

συνθετικός -ή -ό

συνθέτω

συνθήκη

συνθηκολόγηση

σύνθημα

συνθηματολογία

σύνθλιψη

συνοδός

σύνταξη

συντήρηση

συντόμευση

συντομεύω

συντομία

σύντομος -η -ο

συντονίζω

συντονιστής

σύντροφος

συσκευή

συχνάζω

συχνός -ή -ό

σφαίρα

σφάλμα

σφεντόνα

σφήκα

σφηνώνω

σφίγγα

σφίγγω

σφιγκτήρας

σφίξιμο

σφιχτός -ή -ό

σφοδρός -ή -ό

σφρίγος

σφυρίζω

σχεδία

σχέδιο

σχίζα

σχίσμα

σχισματικός -ή -ό

σχισμή

σχιστότητα

σχολαστικός -ή -ό

σχολαστικότητα

σχόλιο

σώζω

σώμα

σωματαράς

σωστός -ή -ό

σωτήρας

σωτηρία

σωτήριος -α -ο

σώφρονας

σωφρονίζω

σωφρονισμός

σωφρονιστήρας

σωφρονιστήριο

σωφρονιστής

σωφρονιστικός -ή -ό

σωφροσύνη

σώφρων -ων -ον

ταγάρι

ταινία

ταιριάζω

τακίμι

τακτοποίηση

τακτοποιώ

ταμείο

τανάλια

τάξη

ταξί

ταξιανθία

ταξιδεύω

ταξίδι

ταξιδιώτης

ταξίμι

ταξινόμηση

ταπεινός -ή -ό

ταπεινοσύνη

ταπεινότητα

τάρταρα

τάσσω

ταυτοπροσωπία

ταυτότητα

ταχύς -εία -ύ

τείχισμα

τέλειος -α -ο

τελειωμός

τελειώνω

τελείωση

τελευταίος -α -ο

τελικός -ή -ό

τέλος

τέρας

τεσσαράκοντα

τέσσερις -ις -α

τεστ

τέτοιος -α -ο

τέχνη

τζίτζικας

τηγανίτα

τηλε-

τηλεφωνητής

τιμή

τίμιος -α -ο

τιμολόγιο

τιμωρώ

τίνος

τίποτε

τιποτένιος -α -ο

το

τόκος

τολμώ

τονάζ

τονίζω

τονικός

τόνος

τοπάζι

τοπάρχης

τοπαρχία

τοπικός -ή -ό

τότε

του

του του

τούβλο

τουλάχιστο

τραγανός -ή -ό

τραγικός -ή -ό

τραγούδι

τραγωδία

τρακτέρ

τραμ

τράπεζα

τραπεζαρία

τραπέζι

τραυλός -ή -ό

τραχανάς

τραχειοτομή

τραχηλιά

τραχηλικός -ή -ό

τραχηλίτιδα

τράχηλος

τράχυνση

τραχύνω

τραχύς -ιά -ύ

τραχύτητα

τράχωμα

τρεις -εις -ία

τρελάρας

τρελο-

τρελοκομείο

τρελός -ή -ό

τρέμουλο

τρέμω

τρένο

τρέχω

τρέχων -ουσα -ον

τριάδα

τριάντα

τριανταφυλλιά

τριαντάφυλλος -η -ο

τριβείο

τριβέλι

τρίβω

τρίχωμα

τριχωτός -ή -ό

τρόμαγμα

τρομάζω

τρομερός -ή -ό

τρομοκρατία

τροπάρι

τροπή

τροποποίηση

τρόπος

τροπόσφαιρα

τρούφα

τροφεία

τροφή

τρόφιμο

τρώω

τσακώνομαι

τσιπούρα

τσίπουρο

τσουρέκι

τσούρμο

τυγχάνω

τυπογραφικός -ή -ό

τύπτω

τυχαίνω

τυχόν

τώρα

ύαινα

υάκινθος

υαλο-

ύαλος

υγρο-

υδροχλώριο

Υδροχόος

υδρόχρωμα

υιικός -ή -ό

υιοθετώ

υλακή

υλικό

υπάλληλος

υπάλληλος -η -ο

υπάρχω

υπερβάλλω

υπερβολικός -ή -ό

υπέρηχος

υπεροχή

υπέροχος -η -ο

υπήκοος

υπηκοότητα

υπναράς

υπνοδωμάτιο

ύπνος

υπόγειο

υπόγειος -α -ο

υποθέτω

υποκύπτω

υπολογιστής

υπόλογος -η -ο

υπομονή

υπόσταση

υποστηρίζω

υποστήριξη

υποτακτική

υποχρεωτικός -ή -ό

υποψία

ύστερα

υψώνω

φαγητό

φαγκότο

φαΐ

φαίνομαι

φαινόμενο

φάκα

φανάρι

Φανερωμένη

φαντασία

φάντασμα

φαντασμένος -η -ο

φανταστικός -ή -ό

φαξ

φασαρία

φασκιώνω

φάτσα

φερέφωνο

φέρνω

φέρομαι

φέρω

φέρων -ουσα -ον

φέσι

φετίχ

φεύγω

φηλί

φίδι

φιδίσιος -α -ο

φιλέ

φιλενάδα

φίλημα

φιλήσυχος -η -ο

φιλί

φιλία

φίλιος -α -ο

φιλισταϊκός -ή -ό

φιλισταίος

φιλισταϊσμός

φιλιώνω

φιλο-

φιλοκαλία

φιλονικία

φιλοξενία

φίλος

φίλος -η -ο

φιλοσοφημένος -η -ο

φιλοσοφία

φιλοσοφικός -ή -ό

φιλόσοφος

φιλοσοφώ

φιλόστοργος -η -ο

φιλοτιμία

φιλότιμο

φιλότιμος -η -ο

φίλτρο

φιστικιά

φοβάμαι

φοβερός -ή -ό

φορά

φορέας

φορείο

φόρεμα

φορεσιά

φορολογία

φοροτεχνικός

φορτίζω

φόρτωμα

φορτώνω

φούρια

φούρνος

φούσκωμα

φουσκωμάρα

φουσκώνω

φραγή

φράγκο

Φράγκος

φραουλιά

φρένο

φρέσκο

φρικιαστικός -ή -ό

φρικτός -ή -ό

φροντίζω

φροντιστηριακός -ή -ό

φροντιστήριο

φροντιστής

φταίω

φτερό

φτερουγίζω

φτερούγισμα

φτιάξιμο

φτιάχνω

φτυάρι

φτυαριά

φτυαρίζω

φτυάρισμα

φτύνω

φτωχαδάκι

φτωχός -ή -ιά -ό

φτωχόσπιτο

φυγάς

φυγή

φυγο-

φύλακας

φυλακή

φυλάκιο

φυλάκιση

φύλαξη

φυλάσσω

φυλή

φύλλο

φύλο

φυτεύω

φυτό

φυτρώνω

φωνάζω

φωνακλάς

φωνή

φωνήεν

φωτιά

φωτο-

φωτογραφία

χάδι

χαδιάρης -α -ικο

χάζι

χάιδεμα

χαιρέτημα

χαιρετίζω

χαιρετισμός

χαιρετώ

χαίρομαι

χαίρω

χάλι

χαμός

χαμπάρι

χάνι

χάντρα

χάνω

χάπι

χαρά

χαρακτήρας

χάρη

χαρίζω

χάρις

χαρισάμενος -η -ο

χαρισματικός -ή -ό

χαριστικός -ή -ό

χαρούμενος -η -ο

χάρτης

χασάπικος -η -ο

χάση

χασίς

χασομερώ

χατίρι

χαύνος -η -ο

χαυνώνω

χαύνωση

χειροποίητος -η -ο

χειρότερος -η -ο

χελιδόνι

χελιδόνισμα

χελώνα

χέρι

χεριά

χερουβικός -ή -ό

χερούλι

χερσαίος -α -ο

χημεία

χιλιανός -ή -ό

χλευάζω

χλευασμός

χλευαστής

χλευαστικός -ή -ό

χλωμός -ή -ό

χοιράδες

χολ

χόμπι

χόντρος

χοντρός -ή -ό

χορεύω

χορός

χορταριάζω

χούμος

χοχλακίζω

χρειάζομαι

χρειαζούμενα

χρέωση

χρήμα

χρηματιστήριο

χρηματοκιβώτιο

χρήση

χρησιμοποιώ

χρήσιμος -η -ο

χρησμός

χριστιανός

χριστουγεννιάτικος -η -ο

χρονιά

χρονιάρης -α -ικο

χρονο-

χρόνος

χρυσάνθεμο

χρυσή

χταπόδι

χτίζω

χτίστης

χτύπος

χτυπώ

χυλός

χύμα

χυμάω

χυμοποίηση

χυμοποιώ

χυμός

χυμώδης -ης -ες

χώμα

χώρα

χωρατεύω

χωρατό

χώρια

χωριάτικος -η -ο

χωρίο

χωρίς

ψάρεμα

ψαρεύω

ψάρι

ψαριά

ψαρίσιος -α -ο

ψαρώνω

ψάχνω

ψαχουλεύω

ψεγάδι

ψεγαδιάζω

ψεγάδιασμα

ψέμα

ψευδής -ής -ές

ψευδο-

ψεύδος

ψευδός -ή -ό

ψηλά

ψήσιμο

ψύξη

ψυχαγωγία

ψυχή

ψυχρός -ή -ό

ψωλή

ψωμί

ψωμιέρα

ψώνιο

ωδίνες

ωμέγα

ωμοπλάτη

ώμος

ωμός -ή -ό

ώρα

ωραιο-

ωραιοπάθεια

ωραίος -α -ο

ωράριο

ωριαίος -α -ο

ωσάν

ώστε

Index
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15